Εξεπλάγην / Σοκαρισμένος /ekspláʝi/ Adjective
- English
- shocked
- 日本語
- 驚愕
Example
- Έμεινα σοκαρισμένος (παγωμένος / άναυδος / άφωνος) όταν είδα τι είχε κάνει.
- I was quite shocked when I found out what he'd done.
- Η χρήση του ρήματος 'μένω' (μένω σοκαρισμένος) είναι μαγνητική.